
Στα νότια του οικισμού της Αρχαίας Κορίνθου, δεσπόζει ο επιβλητικός όγκος, του Ακροκορίνθου. Η ομορφιά του τοπίου και η σπουδαία γεωγραφική του θέση, έκανε δύο θεούς να φιλονικήσουν για την κυριότητά του. Ο Ποσειδώνας, θεός της θάλασσας, και ο Ήλιος αντιδίκησαν για το ποιος, θα πάρει στην κατοχή του, τον Ακροκόρινθο. Με τη συμβιβαστική μεσολάβηση του δικαστή Βριάρεω, ο Ποσειδώνας πήρε τον Ισθμό και ο Ήλιος τον Ακροκόρινθο. Αργότερα, ο Ήλιος παραχώρησε στο γιο του τον Αιήτη, τα κτήματα κάτω από τον Ακροκόρινθο, αλλά τον ίδιο τον Ακροκόρινθο στην θεά Αφροδίτη.
Ο Ακροκόρινθος είναι απότομος βράχος ύψους 575 μέτρων, που δεσπόζει της πεδιάδας της Κορίνθου. Στους βόρειους πρόποδές του, ήταν χτισμένη, η Αρχαία Κόρινθος. Λόγω της μορφολογίας του, χρησιμοποιήθηκε από τα αρχαία χρόνια, ως σκοπιά, που αναδείχθηκε, σε κάστρο-φρούριο (Ακρόπολη), από το οποίο και εποπτευόταν, κάθε τυχόν επιδρομή, από την Στερεά Ελλάδα ή από τη θάλασσα. Στη γλώσσα των αγωνιστών του 1821 καλούνταν Ακρόκορθος και η Κόρινθος Κόρθος.
Με τo 575μ. υψόμετρο του, την άγρια μεγαλοπρέπειά του και το μοναδικό δώρο της φύσης (του θεού Ασωπού στον Σίσυφο), την πηγή της Άνω Πειρήνης. Αντιστάθηκε σε κάθε εχθρό που θέλησε να καταλάβει το «Άστρο των Άστρων», τον «Παντεπόπτη και Κλειδοκράτορα της Πελοποννήσου», το «Κάστρον φοβερόν, το κάλλιον της Ρωμανίας». Είναι το μεγαλύτερο κάστρο της Ελλάδας και ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης.
Ο Ακροκόρινθος, αποτελεί, ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση κάστρα της Πελοποννήσου. Η περίμετρος των τειχών του φτάνει τα 3 χιλιόμετρα. Αν και η τελική μορφή του κάστρου, οφείλεται σε ανακατασκευές και προσθήκες, επί Τουρκοκρατίας. Το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών οχύρωσης, πραγματοποιήθηκε στη μεσοβυζαντινή εποχή και πιο συγκεκριμένα κατά τον 12ο αιώνα.
Το κάστρο του Ακροκορίνθου, λειτούργησε από την αρχαιότητα ως «οφθαλμός» όλης της Πελοποννήσου.
Το κάστρο Ακροκορίνθου, αποτελεί τυπικό δείγμα, φρουριακής αρχιτεκτονικής, με κατασκευαστικές λεπτομέρειες και διακοσμητικά στοιχεία, όλων των χρόνων της ιστορίας του.
Η Κόρινθος, ήταν κτισμένη ανάμεσα στον Κορινθιακό και τον Αργοσαρωνικό κόλπο και είχε δύο μεγάλα λιμάνια, ανατολικά το λιμάνι των Κεγχρεών και δυτικά το λιμάνι του Λεχαίου.
«Ου παντός πλειν ες Κόρινθον». Και πράγματι, δεν ήταν εύκολο για τον καθένα να αγκυροβολήσει, σε αυτή την αρχοντούπολη, που η φήμη της, στην αρχαιότητα είχε φτάσει, στα πέρατα, του τότε γνωστού κόσμου. Για τον πλούτο και την ευημερία της, για τα εξαιρετικά προϊόντα των κεραμικών εργαστηρίων της, για τους ναούς και τα ιερά της και -ίσως το πιο ζηλευτό απ’ όλα- για τις ιέρειες της Αφροδίτης, που υπηρετούσαν, στους πολυάριθμους ναούς της, μέσα στην ίδια την πόλη και τα λιμάνια της, αλλά κυρίως, στην ακρόπολή της, τον επιβλητικό Ακροκόρινθο.
Στον Ακροκόρινθο, οι πρώτες ενδείξεις λατρείας, ανάγονται στον 7ο αιώνα π.Χ.. Υπήρχε, ο περιβόητος ναός της Αφροδίτης, ο οποίος σύμφωνα με τον Στράβωνα, είχε στην υπηρεσία του, πάνω από χίλιες ιερόδουλες, που υπηρετούσαν, τη θεά. Σε μικρούς ευπρόσωπους οικισμούς, γύρω από τον ναό και ασκούσαν την «ιερή πορνεία». Ναοί της Αφροδίτης, υπήρχαν επίσης στο Λέχαιο και στις Κεγχρεές.
Οι ιερόδουλες οδηγούσαν τους ναυτικούς, από το λιμάνι στα καταλύματά τους, καθώς αυτοί, ακολουθούσαν το αποτύπωμα των παπουτσιών τους, πάνω στο χώμα που έγραφαν «ΕΠΟΥ», δηλαδή ἀκολούθει.
Τα κτίσματα στον Ακροκόρινθο, δείχνουν ότι η λατρεία, συνοδευόταν από θυσίες, δείπνα και θεατρικές εκδηλώσεις. Ίσως καθαρμοί και κάποιο στάδιο μύησης, λάμβανε χώρα, όπως υπαινίσσεται ο περιορισμένος χώρος, ορισμένων κτιρίων, και γραπτές πληροφορίες, ότι τα λατρευτικά αγάλματα, ήταν απρόσιτα στο κοινό.
Η ζωή της Κορίνθου ήταν γνωστή, για την έκλυση των ηθών και το «κορινθιάζεσθαι», σήμαινε διάγω άσωτη ζωή.
Η ιστορία της Κορίνθου, όπως και της Αθήνας, είναι μακρά και ένδοξη και σύμφωνα με τα πορίσματα των ανασκαφών, ανάγεται από την 5η π.Χ. χιλιετία. Από τότε μέχρι τις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, γνώρισε μεγάλη άνθιση.
Ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. η πόλη κυριαρχούσε στις θάλασσες και τις αγορές. Πλούτος και δόξα, συνέρρευσαν στην πόλη, που κατά τους επόμενους αιώνες, το όνομά της έγινε συνώνυμο, της πολυτέλειας και της χλιδής.
Επίσης υπήρχε ένας ιδιότυπος πλακόστρωτος δρόμος, ο Δίολκος. Στον οποίο έσερναν, τα πλοία και τα φορτία τους από το Σαρωνικό στον Κορινθιακό και τανάπαλιν. Ο Δίολκος, δεν ακολουθούσε ευθεία γραμμή, γιατί η υψομετρική διαφορά κατά μήκος του Ισθμού, έκανε δύσκολη την έλξη των πλοίων σε ευθεία γραμμή. Ο δρόμος είχε πλάτος από 3.50 ως 6 μ. κι ήταν στρωμένος συμμετρικά με μεγάλους πώρινους κυβόλιθους. Σ’ όλο το μήκος του δρόμου ήταν λαξευμένες βαθιές παράλληλες αυλακώσεις, σε απόσταση 1,50 μ. η μία από την άλλη, για να διευκολύνεται η κίνηση των τροχών, του οχήματος, που μετέφερε το πλοίο και ν’ αποφεύγεται η ανατροπή του.
Αυτό γινόταν διότι ο περίπλους της Πελοποννήσου, γύρω από το ακρωτήριο Μαλέας, ήταν μακρύτερος και επικίνδυνος, λόγω συχνών τρικυμιών στο σημείο του ακρωτηρίου. Έτσι δημιουργήθηκε η παροιμία, «Μαλέαν δέ κάμψας ἐπιλάθου τῶν οἴκαδε».
Αργότερα ο Νέρων ( 37 – 68 μ.Χ. ) επιχείρησε να ανοίξει τη διώρυγα του Ισθμού, ίχνη της οποίας σώζονταν, από την απόπειρα αυτή, μέχρι που ανοίχθηκε η σύγχρονη διώρυγα.
Έτσι εξαιτίας της θέσεως αυτής, η πόλη έγινε κομβικό σημείο και ένωνε τη Ρώμη με την Ανατολή. Μ’ αποτέλεσμα, να αυξηθεί ραγδαία, ο πληθυσμός και ο πλούτος. Η δε πολυτέλειά της, έμεινε παροιμιώδεις, με τη φράση «οὐ παντός ανδρός ὁ πλοῦς πρός Κόρινθον» (δε μπορεί ο καθένας να ταξιδεύει στην Κόρινθο).
Οι κάτοικοι, επέλεξαν με επιτυχία αυτή τη θέση, γιατί μπορούσαν κάλλιστα, να ελέγχουν, το χερσαίο δρόμο επικοινωνίας, αλλά και τους θαλάσσιους δρόμους, χάρη στον Ισθμό. Ενώ τα δύο πλούσια λιμάνια της, το Λέχαιο στον Κορινθιακό κόλπο και οι Κεγχρεές στο Σαρωνικό κόλπο, την κατέστησαν σπουδαίο εμπορικό κέντρο.
Τα δυο ξακουστά και σημαντικά λιμάνια της πόλης, πήραν το ονομά τους από τον Λέχη και τον Κεγχρία, οι οποίοι ήταν λατρευτοί γιοι, του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα και της ξακουστής Πειρήνης, κόρης του ποτάμιου θεού Αχελώου.
Η αρχαία Κόρινθος κατοικήθηκε ήδη από τα νεολιθικά χρόνια (6500-3250 π.Χ.). Η πόλη, γνωστή από τους μυκηναϊκούς χρόνους, αναφέρεται στον Όμηρο ( 12ο – 8ο αιώνα π.Χ. ) ως “αφνειός” (= πλούσια), λόγω της ιδιαίτερα, εύφορης γης της. Η μεγάλη παραγωγή αγροτικών προϊόντων, ήδη, από τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους. Ευνόησε την ανάπτυξη, έντονης εμπορικής δραστηριότητας, κυρίως προς τη δυτική Μεσόγειο. Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., ιδρύθηκαν κορινθιακές αποικίες, όπως η Κέρκυρα στο Ιόνιο Πέλαγος και οι Συρακούσες στη Σικελία, με σημαντικό ρόλο και συμβολή στην ιστορία του αρχαίου μεσογειακού κόσμου.
Σημαντικότερο, στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους, ήταν το λιμάνι του Λεχαίου. Λόγω της εγγύτητάς του, με την πόλη και του εμπορικού προσανατολισμού της Αρχαίας Κορίνθου, που ήταν κυρίως δυτικός. Η όλη σύλληψη και κατασκευή του, ήταν ένα τεχνολογικό θαύμα της εποχής εκείνης, που αντιγράφτηκε αργότερα από τους Ρωμαίους και εφαρμόστηκε σε πολλά λιμάνια. Το λιμάνι συνέδεαν με την πόλη, μακρά τείχη, μήκους 12 σταδίων (2.200 μ.), τα οποία περιέκλειαν, την περίφημη οδό Λεχαίου.

Η Κόρινθος εδραιώθηκε, την εποχή του μυθικού βασιλιά Σίσυφου. Ο Σίσυφος ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που στη συνέχεια ονομάστηκε Κόρινθος. Ο Σίσυφος, έλυσε το πρόβλημα λειψυδρίας του λόφου, όταν ζήτησε, από τον ποτάμιο θεό Ασωπό, να κάνει, να αναβλύζει μια πηγή. Ώς αντάλλαγμα, για να του αποκαλύψει, πού βρισκόταν η κόρη του Αίγινα, η οποία είχε απαχθεί από τον Δία. Έτσι ο Ακροκόρινθος, απέκτησε πηγή νερού – την ονόμασαν Πειρήνη, προς τιμή της άλλης κόρης του Ασωπού – που έδωσε ζωή στο μέρος.
Ο μυθικός βασιλιάς της Κορίνθου Βελλερεφόντης, υιός του βασιλέα της Κορίνθου (ή Εφύρας) Γλαύκου (και επομένως έγγονος του Σίσυφου) και της Ευρυνόμης (θυγατέρας του Νίσου, βασιλέα των Μεγάρων), σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, αφιέρωσε το χώρο, στον θεό Ήλιο.
Τα κτήματα κάτω από τον Ακροκόρινθο (όπου αργότερα κτίστηκε η Κόρινθος), τα παραχώρησε, στον γιο του Αιήτη. Αλλά την Ακροκόρινθο, που ήταν το προνομιούχο σημείο της περιοχής, 240 στρέμματα, τον πρόσφερε στην θεά Αφροδίτη. Η Αφροδίτη δεν συγκινήθηκε καθόλου από αυτό το δώρο, αφού ήταν σαφώς καλύτερα στον Όλυμπο.
Προς τιμήν της θεάς, έχτισε η Μήδεια ένα ναό στη κορυφή του Ακροκορίνθου. Ήταν ένα ταπεινό και λιτό κτίσμα, αλλά η κατάσταση άλλαξε δραματικά, όταν έφτασε εκεί το νερό. Ο Ιάσωνας και η Μήδεια, έζησαν για αρκετά χρόνια εδώ, μέχρι το τραγικό τέλος των δύο παιδιών τους και τη φυγή της Μήδειας.
Ο Ακροκόρινθος, αποτελούσε την Ακρόπολη της Κορίνθου (συνδυασμός των λέξεων Άκρο και Κόρινθος), και οχυρώθηκε με εξαιρετική επιμέλεια.
Ο Παυσανίας ( 2ος αιώνας μ.Χ. ) μας πληροφορεί, ότι ο βράχος, αποτελούσε σπουδαίο λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας. Ήταν χτισμένα πάνω του, τεμένη αφιερωμένα στην Ίσιδα και τον Σάραπι, Βωμός του Ήλιου, ιερό της Ανάγκης και της Βίας, ναός και θρόνος της Μητέρας των θεών, ναός των Μοιρών, της Δήμητρας και της Κόρης, ιερό της Βουναίας Ήρας και ναός της Αφροδίτης.
Η πρώτη οχύρωση του Ακροκορίνθου, χρονολογείται στα τέλη 7ου-6ου π.Χ αι., στα χρόνια, της τυραννίας των Κυψελιδών. Από τον τύραννο Περίανδρο, και τον πατέρα του, τον Κύψελο, τον 7ο-6ο αιώνα π.Χ. και σιγά-σιγά εξελίχθηκε, σε Ακρόπολη.
Η ισχύς της Κορίνθου αποτυπώθηκε, με μεγαλειώδη τρόπο, σε περικαλλή κτήρια, όπως, ο Ναός του Απόλλωνος (560 π.Χ.). Η δε, ανάδειξη των Ισθμίων – των αγώνων που τελούνταν στο κορινθιακό Ιερό του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης στον Ισθμό – σε Πανελλήνιους Αγώνες (584 π.Χ.), ενίσχυσε ακόμη περισσότερο, τη φήμη και την επιρροή της πόλης.
Το 660 π.Χ., τη διοίκηση της Κορίνθου, αναλαμβάνει ο τύραννος της πόλης Περίανδρος, ο οποίος συγκαταλέγεται στους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας.
Από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., ωστόσο, η άνοδος της Αθήνας, και η κυριαρχία της, στην παραγωγή αγγείων και στο εμπόριο της Μεσογείου, επέφερε σταδιακά, περιορισμό της επιρροής των Κορινθίων. Μετά τους Περσικούς Πολέμους (490-479 π.Χ.), αναγκάστηκαν, να αποδεχθούν την πρωτοκαθεδρία των Αθηναίων, παρά την ισχυρή συμμετοχή τους,
Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.) η Κόρινθος, τάχθηκε ανοιχτά στο πλευρό της Σπάρτης, παροτρύνοντάς την εξαρχής, να στραφεί στρατιωτικά, εναντίον των Αθηναίων. Παρά την ήττα της Αθήνας, όμως, και παρά τη συμμετοχή της, σε μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και ο λεγόμενος “Κορινθιακός Πόλεμος” εναντίον της Σπάρτης (395-387 π.Χ.). Η πόλη της Κορίνθου, δεν κατόρθωσε, να ανακτήσει την παλαιά της δύναμη.
Από το 338 π.Χ. περνά στην κατοχή των Μακεδόνων, τους οποίους, εξεδίωξε ο Άρατος και η πόλη έγινε μέλος της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Οι Μακεδόνες τον 4ο αιώνα π.Χ. επισκεύασαν και ενίσχυσαν τα τείχη.
Η διοργάνωση, ενός πανελλήνιου συνεδρίου στην Κόρινθο το 337 π.Χ., από τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, της νέας αναδυόμενης δύναμης του ελληνικού κόσμου. Την επανάφερε προσωρινά στο προσκήνιο, ωστόσο πολύ γρήγορα, υποτάχθηκε στους Μακεδόνες.
Την αποτίναξη του μακεδονικού ζυγού, το 243 π.Χ. από τον Άρατο τον Σικυώνιο, ακολούθησε η προσχώρησή της, στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Μία ομοσπονδία πόλεων-κρατών της νότιας Ελλάδας.
Η αντιπαράθεση, της Συμπολιτείας με τη Ρώμη, οδήγησε το 146 π.Χ. στην περίφημη μάχη της Λευκόπετρας, στην περιοχή του Ισθμού. Τα ελληνικά στρατεύματα, συνετρίβησαν από τις ρωμαϊκές λεγεώνες, υπό τον Λεύκιο Μόμμιο (Lucius Mummius).
Το 146 π.Χ. η ιστορία της Κορίνθου διακόπτεται απότομα, με την ολοσχερή καταστροφή της πόλεως, από τους Ρωμαίους. Οι Κορίνθιοι, πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση εναντίον τους και αυτοί για να τους εκδικηθούν, αλλά και για να πτοήσουν, το φρόνημα αντιστάσεως των υπολοίπων Ελλήνων, τους τιμώρησαν παραδειγματικά. Συγκεκριμένα ο στρατηγός των Ρωμαίων Μόμμιος, με τα στρατεύματά του, κατέστρεψε εκ βάθρων την πόλη, λεηλάτησε τους θησαυρούς της και έσφαξε όλους τους άνδρες. Πούλησε ως δούλους, τις γυναίκες, τα παιδιά και τους απελεύθερους δούλους. Όπως αφηγούνται Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς, τη στρατιωτική ήττα, ακολούθησε, η ολοσχερής καταστροφή και ερήμωση της πόλης. Οι άντρες της πόλης, σφαγιάστηκαν, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν δούλοι.
Για έναν περίπου αιώνα, η Κόρινθος, ήταν μια πόλη φάντασμα, έρημη και ακατοίκητη. Ο απόηχος αυτής της καταστροφής, σώζεται στη φράση του Παυσανία «Κόρινθον δὲ οἰκοῦσι Κορινθίων μὲν οὐδείς ἔτι τῶν ἀρχαίων, ἔποικοι δὲ ἀποσταλέντες ὑπὸ Ῥωμαίων», εννοώντας ότι δεν υπήρχε πλέον κανένας από τους παλιούς κατοίκους.
Μετά την καταστροφή από τον Λεύκιο Μόμμιο (146 π.Χ.), το τοίχος ανοικοδομείται με το ίδιο αρχαίο υλικό από τον Ιούλιο Καίσαρα (44 π.Χ.).
Ο ισόβιος δικτάτορας της Ρώμης Ιούλιος Καίσαρας το 44 π.Χ., αποφασίζει την επανίδρυση της Κορίνθου ως ρωμαϊκής αποικίας, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη γεωγραφική σημασία της, στην ευρύτερη στρατηγική του, για την ανατολική Μεσόγειο.
Ο βίαιος θάνατός του, την ίδια χρονιά, δεν ματαίωσε το μεγαλόπνοο σχέδιό του, καθώς το συνέχισε ο διάδοχός του Οκταβιανός, ο μετέπειτα Αύγουστος.
Η νέα πόλη ονομάστηκε Colonia Laus Iulia Corinthiensis ή Clara Laus Iulia Corinthus ή Iulia Corinthus Augusta, ως αποικία της Ιουλίας οικογένειας του Καίσαρα και του Αυγούστου (Gens Iulia). Ορίστηκε, το 27 π.Χ. πρωτεύουσα της ρωμαϊκής Επαρχίας της Αχαΐας (Provincia Achaiae), που περιλάμβανε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, την Πελοπόννησο και αρκετά νησιά.
Λόγω της ερήμωσής της, μετά τη μάχη της Λευκόπετρας, η πόλη εποικίστηκε, αρχικά, με απελεύθερους Ρωμαίους και βετεράνους στρατιώτες, που σύντομα πλαισιώθηκαν από Έλληνες, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν, την ιδιαίτερα εύφορη γη, που δημεύτηκε από τη Ρώμη και παραχωρήθηκε σε νέους ακτήμονες.
Στόχος της Ρώμης ήταν, αφενός η δημιουργία, μιας σταθερής ρωμαϊκής βάσης, στην ταραχώδη Ανατολή. Αφετέρου, η ταχύτερη διέλευση, του ρωμαϊκού στόλου, μέσω του/της Διολκού, της μοναδικής χερσαίας, λιθόστρωτης οδού, για πλοία που διέσχιζαν τον Ισθμό.
Πολύ σύντομα, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά, καθώς αναπτύχθηκαν, εκ νέου η γεωργία, η κτηνοτροφία και το εμπόριο. Με αντίστοιχες εξαγωγές μαλλιού, βαμμένων μάλλινων υφασμάτων, ελαιόλαδου και μελιού, αλλά και ξυλείας και μεταλλικών αντικειμένων.
Από την άλλη, οι ανάγκες και οι συνήθειες των Ρωμαίων κατοίκων της νέας πόλης, καθώς και ο διεθνής ρόλος της. Οδήγησαν, σε εισαγωγές αγαθών, από άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας, όπως κρασιού και οικοδομικών υλικών (μαρμάρου, γρανίτη), που ήταν απαραίτητα, για τις νέες, πολυτελείς κατασκευές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πόλη επανασχεδιάστηκε με σύστημα ιπποδάμειο, δηλαδή με κάθετους και οριζόντιους οδικούς άξονες (cardines και decumani), που οριοθετούσαν, πολεοδομικές νησίδες (insulae).
Γύρω από την Αγορά της, ανεγέρθηκαν, περικαλλή δημόσια οικοδομήματα και ιδιωτικά μνημεία, εύπορων Ρωμαίων και Ελλήνων, που θέλησαν, να δηλώσουν εμφατικά την παρουσία τους, στην πρωτεύουσα της Επαρχίας.
Εξαιτίας αυτών των ενεργειών, των δύο παραπάνω αυτοκρατόρων ( Ιούλιος Καίσαρας – Οκταβιανός ), η πόλη αρχίζει να βρίσκει την παλιά της δόξα και τα πλούτη, αλλά με τη διαφορά ότι οι κάτοικοί της ήταν, από διαφορετικές εθνότητες.
Από το 267 μ.Χ., με την εισβολή των Ερούλων, αρχίζει και πάλι η παρακμή της πόλης, η οποία επιτείνεται το 346 μ.Χ. με την επιδρομή του Βησιγότθου Αλάριχου και των ορδών του.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο, παρατηρείται μια ανάκαμψη της πόλης, με την ανοικοδόμηση από τον Ιουστινιανό, ο οποίος την οχύρωσε και την όρισε ως έδρα του Βυζαντινού θέματος της Πελοποννήσου.
Μία ακόμα επισκευή γίνεται τον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό και κάποιες προσθήκες παρατηρούνται μέχρι και τον 12ο αιώνα.
Επίσης, επί της εποχής του Ιουστινιανού, χτίστηκε το μεγάλο τείχος στον Ισθμό (Εξαμίλιο). Για την αναχαίτιση των βαρβαρικών επιδρομών, εκεί όπου αιώνες πιο μπροστά, είχε χτιστεί το μυκηναϊκό τείχος για την αναχαίτιση των Δωριέων.
Η πόλη είχε ιδιαίτερη στρατηγική θέση, μια και 400 άντρες μπορούσαν στο τείχος του Ισθμού, να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε εχθρική απειλή. Η εμπορική σημασία της πόλης ήταν επίσης μεγάλη, μια και όλο το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, περνούσε από αυτήν. Σε αυτό συνέβαλαν τα δυο επίνεια της πόλης, το ανατολικό οι Κεγχρεές, και το δυτικό το Λέχαιο. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν, η δίοδος από την Δίολκο της Κορίνθου. Ένας πλακόστρωτος δρόμος, απ’ τον οποίο μεταφέρονταν τα πλοία και τα φορτία τους από τον κορινθιακό κόλπο στα δυτικά, στον Σαρωνικό στα ανατολικά.
Κατά τα τέλη του 10ου αι. μ.Χ., η Κόρινθος γνώρισε μεγάλη βιοτεχνική ακμή, γεγονός που της απέφερε μεγάλο πλούτο.
Το έτος 1146 καταστράφηκε απ’ τους Νορμανδούς, που λεηλάτησαν τους θησαυρούς της.
Το 1208, Άρχοντας του Κάστρου είναι ο Λέοντας Σγουρός ( …..- 1208 μ.Χ.).
Μέχρι τότε νίκαγε τους Φράγκους εισβολείς, παρά το γεγονός, ότι αυτοί, κατά την 1η πολιορκία του Κάστρου, είχαν χτίσει, ένα – σωζόμενο έως σήμερα – καστράκι ελέγχου (το Πεντεσκούφι), απέναντι από την είσοδο του Ακροκορίνθου.
Τώρα όμως, τα τρόφιμα δεν επαρκούν και καταλαμβάνεται από τους Φράγκους.
Ο Σγουρός, εγκαταλελειμμένος απ’ όλους. Δένει τα μάτια του αγαπημένου του αλόγου, ανοίγει μία θύρα του τείχους πάνω στον γκρεμό, το σπιρουνίζει και περνά στην Ιστορία, ανυπότακτος στον κατακτητή.
Στις αρχές του 1210, η Κόρινθος πέρασε στα χέρια των Φράγκων, στη δικαιοδοσία του πριγκιπάτου της Αχαΐας.
Το Κάστρο περνά, στα χέρια του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ που το εμπιστεύεται στον ανιψιό του Θεόδωρο. Αυτός, μετά από πολιορκία 5 ετών, θα το παραδώσει στον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο, που έτσι θα κατακτήσει ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Στα μέσα του 13ου αι. γίνονται εκτεταμένες επισκευές των τειχών.
Στις αρχές του 14ου αι. μ.Χ., το κάστρο παραχωρείται στον πρίγκιπα Ιωάννη Gravina και μετέπειτα στον N. Acciajuoli, οι οποίοι επισκεύασαν, τις παλιές οχυρώσεις και πρόσθεσαν νέες.
Το 1395, κύριος του κάστρου, έγινε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, Δεσπότης του Μυστρά, που κληρονόμησε το κάστρο από τον θανόντα πεθερό του, Νέριο Α’ Ατσαγιόλι, Δούκα των Αθηνών.
Το 1397 ο Παλαιολόγος, για οικονομικούς λόγους, το πούλησε στους Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, που το κρατούν μέχρι το 1404, οπότε ο Παλαιολόγος το ξανακέρδισε.
Το 1458 ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’, έκαμψε, την αντίσταση του βυζαντινού διοικητή Ματθαίου Ασάν και κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, στο εσωτερικό του οποίου κτίσθηκαν τέσσερα τζαμιά.
Το 1687 οι Ενετοί κατέλαβαν το Κάστρο και εκτέλεσαν, οχυρωματικά έργα, που ολοκληρώθηκαν το 1711 και το έδωσαν τη σημερινή του μορφή.
Το 1715 πολιορκούν τον Ακροκόρινθο και τον καταλαμβάνουν οι Τούρκοι. Τότε ξεκινούν και οι καταστροφές των Μνημείων των Αρχαίων Κορινθίων, καθώς οι Τούρκοι προτίμησαν να εγκατασταθούν στο προνομιακό αυτό μέρος του λόφου με την εκπληκτική θέα.
Εκεί θα χτιστεί και το Σεράϊ, του Τούρκου Διοικητή (Μπέη). Ο πιο ονομαστός από αυτούς, ο Κιαμήλ-Μπέης, που θα είναι και ο τελευταίος Τούρκος Μπέης της Κορίνθου. Σώρευσε, έναν τεράστιο θησαυρό: 40.000 πουγκιά με χρυσά νομίσματα που τα έδωσε η χήρα του στον Δράμαλη.
Στις 14-1-1822 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ελευθερώνει τον Ακροκόρινθο, έχοντας στο χέρι του την γαλανόλευκη. Ήταν η πρώτη φορά, στη νεότερη ελληνική Ιστορία, που κυμάτιζε η Ελληνική Σημαία και κυμάτιζε στον Ακροκόρινθο. Μία από τις μεγάλες, τις βαθιά συγκινητικές στιγμές της ιστορίας μας, δέθηκε μαζί του.
Τον Ιούλιο του 1822, το ανακατέλαβε ο Δράμαλης, αμαχητί, έχοντας το προηγουμένως εγκαταλείψει οι υπερασπιστές του.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Δράμαλης πέθανε σε ηλικία 52 ετών από μαρασμό στην Κόρινθο. Από τη λύπη του, για τη μεγάλη καταστροφή του στρατού του. Στην πραγματικότητα, ο θάνατός του φαίνεται να προκλήθηκε από τον τύφο που εκείνη την περίοδο μάστιζε το στράτευμά του.
Στις αρχές του 1823 ξεκινάει για τρίτη φόρα πολιορκία του Ακροκορίνθου από τις Ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις. Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους, διορίζει αρχηγό της πολιορκίας, τον Κορίνθιο Ιωάννη Σωτ. Νοταρά. Τον Ιούνιο έρχεται συμπολεμιστής και πορθητής του Παλαμηδιού, ο Στάικος Σταϊκόπουλος. Ενώ τον Οκτώβρη, για να πιεστούν ακόμα περισσότερο τα πράγματα, διορίζεται από το Εκτελεστικό και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης.
Όταν πια κάθε ελπίδα διαφυγής ή σωτηρίας απ’ έξω για τους έγκλειστους είχε αποκλειστεί, ένας Τούρκος αξιωματούχος του Ακροκορίνθου, ο Χαλήλ-Αγάς, υπέβαλε προτάσεις για την παράδοση του Κάστρου. Ο κυριότερος λόγος ήταν να παραδοθούν στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, γιατί μόνο αυτόν θεωρούσαν «μπεσαλή», ικανό να κρατήσει το λόγο του και να μη σφαχτούν οι αιχμάλωτοι.
Μετά από επίμονες διαπραγματεύσεις ο φρούραρχος Αβδουλάχ Μπέης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατέληξαν σε συμφωνία.
Η συνθήκη παράδοσης υπογράφτηκε στις 19 Οκτωβρίου 1823, αλλά οι Τουρκαλβανοί άφησαν το Κάστρο στις 26 Οκτωβρίου, γιατί στο μεταξύ έγινε απογραφή των πραγμάτων που θα περιέρχονταν στους Έλληνες.
Το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου 1823, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, 300 Τουρκαλβανοί και 60 γυναίκες εγκατέλειπαν τον Ακροκόρινθο στα χέρια των Ελλήνων.
Η θέα από τον Ακροκόρινθο θα σας κόψει την ανάσα. Μπροστά σας απλώνεται όλη η κορινθιακή γη, μέχρι τα όρια της Αργολίδας και απέναντι η Στερεά Ελλάδα. Πάνω από τα Γεράνεια και μέχρι τα όρια της Αχαΐας. Μαγικός «Παντεπόπτης της Πελοποννήσου».
Εντός αυτού του χώρου υπάρχουν σήμερα μόνο ερείπια παλαιότερων πύργων και διαφόρων κτισμάτων, , υπόγειων διόδων, φρεάτων, αποθηκών και δεξαμενών για την κατασκευή και τη συμπλήρωση ή ανασκευή κ.λπ. των οποίων εργάστηκαν πολλές γενιές ανθρώπων. Από τη τελευταία ενετική κατοχή επί Φραγκίσκου Μοροζίνη φέρονται κάποια κανόνια ένα εκ των οποίων με έτος κατασκευής 1670. Το πλέον αξιόλογο του χώρου αυτού είναι η λεγόμενη σήμερα “Δραγονέρα” δεξαμενή νερού, που πρόκειται για την αρχαία Πειρήνη, κατά περιγραφή του Παυσανία. Η θέα από το επίπεδο αυτό είναι εξαιρετικά μαγευτική καλύπτοντας τον Πατραϊκό και Κορινθιακό Κόλπο, τις νότιες ακτές της Στερεάς Ελλάδας, όλο το δυτικό τμήμα του Σαρωνικού, τη Σαλαμίνα και την Αίγινα.
Εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης έχουν γίνει σε μεμονωμένα σημεία του τείχους και σε ελάχιστα κτίσματα. Γύρω στο 1930 έγιναν εργασίες προστασίας και συντήρησης στην ΄Ανω Πειρήνη Κρήνη. Το 1965-66 αποκαταστάθηκε η γέφυρα της τάφρου και το φυλάκιο της εισόδου. Το 1972-73 έγιναν στερεωτικές εργασίες στο τείχος μεταξύ α΄ και β΄ πύλης. Το 1978 στερέωση του βόρειου άκρου του τείχους του β΄ περιβόλου, κοντά στη θέση Κανόνι. Το 1980 στερέωση τμημάτων εξωτερικά του γ΄ περιβόλου. Το 1993-95 αντικαταστάθηκε η γέφυρα της τάφρου και έγιναν άμεσες στερεωτικές εργασίες στο τείχος, μεταξύ β΄ και γ΄ πύλης, καθώς και τμημάτων του καλντεριμιού.
Το κάστρο περιλαμβάνει μεγάλη ανισοϋψή αυλή, καταλαμβάνει έκταση 250 στρεμμάτων και αποτελεί τυπικό δείγμα φρουριακής αρχιτεκτονικής. Τα τείχη ακολουθούν πολυγωνική διαδρομή, σύμφωνα με τη φυσική γραμμή του βράχου, και ενισχύονται ανά διαστήματα από πύργους και προμαχώνες.
Είναι χτισμένα, σε τρεις αμυντικές σειρές και ενισχύονται με πύργους, προμαχώνες, επάλξεις διάτρητες, με πολεμίστρες και κανονιοθυρίδες. Μπροστά από την Α πύλη υπήρχε τάφρος, με ξύλινη κινητή γέφυρα. Λιθόστρωτο καλντερίμι οδηγεί στις τρεις διαδοχικές πύλες. Η Α πύλη είναι τοξωτή και επιστέφεται μ’ ένα τυφλό τόξο, όπου σώζεται βυζαντινή μαρμάρινη πλάκα, η δεύτερη είναι μια εντυπωσιακή πυργοειδής διώροφη κατασκευή. Στο εσωτερικό της, πέτρινη κλίμακα, οδηγεί σε υπόγειες θολωτές αίθουσες. Η τρίτη πύλη διακοσμείται με τυφλό πεταλόσχημο τόξο και πλαισιώνεται από δύο ισχυρούς πύργους.
Η βυζαντινή οχύρωση ακολούθησε την χάραξη των αρχαίων τειχών στο φρύδι του βράχου και ενσωμάτωσε τμήματά τους που είναι ορατά μέχρι σήμερα.
Στη ΝΔ πλευρά του κάστρου ορθώνεται ο διώροφος φράγκικος πύργος-παρατηρητήριο με βαθμιδωτή βάση και ένα παράθυρο-πολεμίστρα. Ο κάτω όροφος ήταν δεξαμενή.
Το μέσο πάχος των τειχών είναι 2 μέτρα, το πάχος του στηθαίου κυμαίνεται ανάμεσα στους 60 και 70 πόντους με διαδοχικά ανοίγματα ύψους περί το 1,65.
Μετά την 3η σειρά των τειχών, απλώνεται ο χώρος όπου βρίσκονται: τα ερείπια του Μεγαλόπρεπου Ναού της Αφροδίτης, ένα Τζαμί του 16ου αιώνα, ένας Μιναρές, μία Δεξαμενή των Βυζαντινών χρόνων, η οποία πιθανόν είναι η Βυζαντινή Μητρόπολη που ισοπέδωσαν οι Ενετοί και τη μετέβαλαν σε δεξαμενή, ο Πύργος του Βιλεαρδουίνου, η υπόγεια Άνω Πειρήνη Κρήνη (οι ντόπιοι την αποκαλούν Δραγονέρα) και η καλοδιατηρημένη ανατολική σειρά των τειχών.
Ο Ναός της Αφροδίτης είναι στο υψηλότερο σημείο του Ακροκορίνθου. Από κει μπορεί ο επισκέπτης να ατενίσει μία τεράστια περιοχή: Τον Κιθαιρώνα, τη Ζήρεια, το Παναχαϊκό, την Στερεά Ελλάδα, την πεδιάδα του Άργους, ολόκληρο τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό και όταν υπάρχει μεγάλη διαύγεια, διακρίνεται η Ακρόπολη των Αθηνών.
Λίγοι ασφόδελοι φυτρώνουν πάντα στο σημείο αυτό. Είναι πια η μόνη ανάμνηση από τις ολόδροσες ιέρειες της Αφροδίτης που για 700 περίπου χρόνια ατένιζαν τις πατρίδες τους από το ίδιο ακριβώς μέρος, από το μέρος που ήταν διάσημο σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο.
Το βουνό είναι ένας πλούσιος βοτανικός κήπος, με πάμπολλα ενδημικά αγριολούλουδα της ελληνικής γης και ανήκει στο ευρωπαϊκό δίκτυο οικοτόπων «NATURA 2000». Η περιοχή, είναι γεμάτη μικρολούλουδα, βότανα και άγρια φυτά ιδιαίτερης ομορφιάς, αλλά και αρχιτεκτονικής αξίας! Περπατήστε προσεκτικά, κρατήστε τα μάτια ανοιχτά και ετοιμαστείτε να αντικρίσετε την άκανθο, το φυτό από το οποίο ο γλύπτης Καλλίμαχος εμπνεύστηκε το κορινθιακό κιονόκρανο. Θα δείτε σίγουρα το περίφημο ορνιθόγαλο, με το οποίο στόλιζαν τα νυφικά στεφάνια στην αρχαία Ελλάδα, ορχιδέες και αγριοβολβούς σε ζωηρά χρώματα, μια νόστιμη λιχουδιά του αρχαίου κόσμου.
Η βλάστηση του λόφου περιλαμβάνει ακόμη θαμνώδες, πετρώδεις θαμνότοπους και φρύγανα. Στα προστατευόμενα είδη της χλωρίδας περιλαμβάνονται ο Στάχυς ο ραβδόμορφος και η Φριτιλάρια η Ελληνική. Στα προστατευόμενα είδη της πανίδας περιλαμβάνονται: η γουστέρα της Πελοποννήσου, πράσινοι φρύνοι, οφιόμοροι, σπιτόφιδα, αβλέφαροι, χρυσάτσακάλια, κυρτοδάκτυλοι, τρανόσαυρα, τυφλίτες αγιόφιδα, τυφλίνοι, μυωτίδες, ρινόλοφοι, πεταλούδες της Ρόδου, κρασπεδωτές χελώνες, κ.α.
Επειδή το κάστρο ήταν σε διαρκή χρήση από την πρώιμη αρχαιότητα μέχρι και πρόσφατα, τα κατά καιρούς κτίσματα έχουν αποδομηθεί και αναδομηθεί αρκετές φορές, ενώ το οικοδομικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί πολλάκις για να καλύψει τις ανάγκες των εποχών.

