O Απόστολος Παύλος, είναι γνωστός και ως “Απόστολος των Εθνών”, λόγω των μεγάλων περιοδειών του, στην ανατολική Μεσόγειο, για τη διάδοση του Χριστιανισμού. Επισκέφθηκε πολλές περιοχές του Ελλαδικού χώρου (Σαμοθράκη, Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Αθήνα), μεταξύ των οποίων και την Κόρινθο.

Ο Απόστολος Παύλος ήρθε στην Κόρινθο, αναχωρώντας από την Αθήνα,  σε μάλλον άσχημη ψυχική διάθεση, εξαιτίας της υποδοχής που είχε το ευαγγέλιο, από τους Αθηναίους.

Η πόλη της Κορίνθου, όπου έφτασε ο Απόστολος Παύλος, γύρω στο έτος 50 μ.Χ., ήταν ένα πολύβουο εμπορικό σταυροδρόμι και πολιτικό – πολιτισμικό κέντρο. Στις ημέρες του Απόστολου Παύλου, λέγεται ότι η πόλη απαριθμούσε, 400.000 κατοίκους και φιλοξενούμενους.

Στην Κόρινθο ζούσαν Έλληνες, Ρωμαίοι, Σύριοι, Αιγύπτιοι και Ιουδαίοι. Μέσω των λιμανιών της, πηγαινοέρχονταν διαρκώς ταξιδιώτες, θεατές αθλητικών αγώνων, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, επιχειρηματίες και άλλοι. Οι επισκέπτες πρόσφεραν, δώρα στους ναούς και θυσίαζαν στους θεούς.

Όλα αυτά, αναγάγουν την Κόρινθο της εποχής εκείνης, μια ζωντανή, ακμάζουσα μεγαλούπολη, αλλά, όχι χωρίς τίμημα :

Η Κόρινθος, βρισκόμενη ανάμεσα σε δύο λιμάνια, Κεγχρεές και Λέχαιο. Ανέπτυξε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, εμποτισμένο, κατ’ άλλους εμπλουτισμένο, με τη φαυλότητα των ξένων εθνών, των οποίων τα πλοία έδεναν στα λιμάνια της. Τα ψεγάδια και οι φαυλότητες, της Ανατολής και της Δύσης, συναντιούνταν και αναμειγνύονταν, στο χωνευτήρι της πόλης της Κορίνθου.

Οι δασμοί, που επιβάλλονταν στα φορτία, που μεταφέρονταν στην άλλη πλευρά του ισθμού, τα οποία κατέφθαναν σωρηδόν. Συνέβαλλαν πολύ, στον πλούτο της Κορίνθου. Στην οποία ανθούσε η οικοτεχνία, και η βιοτεχνία για τα φημισμένα είδη κεραμικής και χαλκουργίας που παρήγε.

Ως αποτέλεσμα, η Κόρινθος έφτασε στο σημείο του ηθικού ξεπεσμού και της ακόλαστης χλιδής​. Ήταν η πιο ανήθικη και έκλυτη πόλη, της αρχαίας Ελλάδας. Το να «κορινθιάζεται» κανείς, δηλαδή να ακολουθεί τον τρόπο ζωής των Κορινθίων, είχε γίνει συνώνυμο, της άσωτης και ανήθικης ζωής.

Ωστόσο, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της Κορίνθου, είχε και τα πλεονεκτήματά του. Η πόλη υπόκειτο, σε συνεχή εισροή ιδεών. Οι κάτοικοί της, ήταν πιο ανοιχτόμυαλοι από ανθρώπους άλλων πόλεων, τις οποίες επισκέφτηκε ο Απόστολος Παύλος.

« Η ανατολή συναντούσε τη δύση σε αυτή την αρχαία πόλη, με τα λιμάνια της », « με φυσική, κοινωνική συνέπεια, την έκθεση των κατοίκων της, σε κάθε λογής καινούρια ιδέα, φιλοσοφία η θρησκεία την οποία είχε να εκφέρει ο κόσμος – επισκέπτης ». Περιεγραψαν οι σχολιαστες της Βιβλου.

Επίσης, υπήρχε διαρκής συρροή ταξιδιωτών και εμπόρων, καθώς και άλλων, που επισκέπτονταν αυτό το ψυχαγωγικό και αθλητικό κέντρο, προς αναζήτηση απολαύσεων. Αναμφίβολα αυτό συνέβαλλε, σε μια πιο ευρεία αντίληψη των πραγμάτων, συγκριτικά με αυτήν που επικρατούσε σε άλλες πόλεις, στις οποίες είχε διδάξει ο Απόστολος Παύλος, περιλαμβανομένης και της Αθήνας, που ήταν το κέντρο, του ελληνικού πολιτισμού.

Όσο ξακουστή και αν ήταν η Κόρινθος, ως διοικητική έδρα και ως η κύρια εμπορική πόλη της Ελλάδας. Στο μυαλό των πολλών, η πόλη συμβόλιζε την αποχαλίνωση, την ακόλαστη χλιδή και την ανηθικότητα.

Όσο κι αν θεωρείται σήμερα, υπερβολικός, ὁ αριθμός των (1000) χιλίων ιερόδουλων, είναι ενδεικτικός της εκτάσεως της «ιερής» πορνείας, στην πόλη αυτή. Εξ άλλου οι ιερόδουλες, είχαν ιδιαιτέρως τιμητικές θέσεις στο θέατρο, όπως οι Εστιάδες της Ρώμης.

Οι ιερόδουλες, οδηγούσαν τούς ναυτικούς από τα λιμάνια στα καταλύματά τους, αφήνοντας αποτυπώματα με τα σανδάλια τους, πού έγραφαν “ ΕΠΟΥ “ δηλαδή «ἀκολούθει».

Τον πλούτο και τη συνακόλουθη ακρίβεια της ζωής, αλλά και τη διαφθορά των κατοίκων, δηλώνει ἡ γνωστή ρήση: «οὐ παντός ἀνδρός ἐς Κόρινθον ἔσθ’ ὁ πλοῦς», δηλαδή «δεν είναι για όλους τους άνδρες η Κόρινθος», ενώ εκφράσεις όπως: «κορινθία κόρη», «κορινθία παῖς», «κορινθιαστής», καθόλου δεν συνέβαλλαν στην καλή, από ἠθικῆς απόψεως, φήμη της πόλεως.

Υπήρχε ανεξιθρησκεία, έντονος θρησκευτικός συγκρητισμός και η λατρεία πολλών θεοτήτων όπως, της Αστάρτης και του Μέρκαρτ, του Αττι και της Κυβέλης, της Ίσιδας, του Όσιρι και της Σέραπι του Απόλλωνα, του Ερμή, του Ηρακλή, και του Ασκληπιού, κάτι που διευκόλυνε προφανώς, το έργο του κηρύγματος, που θα έκανε ο Απόστολος Παύλος.

Αυτός ο αισθησιασμός και η λατρεία, ήταν απόρροια της Κορινθιακής κουλτούρας, και ιδιαίτερα, η λατρείας της θεάς Αφροδίτης (αντίστοιχης της ρωμαϊκής Βένους, της φοινικικής και χαναανιτικής Αστάρτης και της Βαβυλωνιακής Ιστάρ).

Ένας ναός, αφιερωμένος στη λατρεία της, βρισκόταν στην κορυφή του Ακροκόρινθου, ενός απόκρημνου, βραχώδους λόφου, που υψωνόταν 513 μ. πάνω από την αγορά.

Στην Κόρινθο, φυσικά, υπήρχαν ναοί αφιερωμένοι, σε πολλούς άλλους θεούς και θεές. Στο ναό του Ασκληπιού, του θεού της ιατρικής, άφηναν οι πιστοί, ως αναθηματικές προσφορές, πήλινες αναπαραστάσεις, μελών του ανθρώπινου σώματος, στο χρώμα της σάρκας, καθεμιά από τις οποίες, αναπαριστούσε, το συγκεκριμένο πάσχον μέλος (χέρι, πόδι, μάτι κτλ.) του πιστού.

Ο Απόστολος Παύλος, είχε ισχυρούς λόγους, να δώσει στους Κορίνθιους Χριστιανούς, έντονη συμβουλή και προειδοποίηση, αναφορικά με την ηθική διαγωγή, καθότι η πόλη παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον την εποχή εκείνη, διότι είχε τα εξής χαρακτηριστικά:

α) Αναπτυγμένο εμπόριο και πλούτο, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, ευρισκόμενη ανάμεσα σε δύο θάλασσες, με δύο φημισμένα λιμάνια.

 β) Είχε συνδέσει, τόσο στενά η Κόρινθος το όνομά της, με την ανηθικότητα, ώστε η λέξη «κορινθιάζομαι», έγινε συνώνυμη, με το «ασκώ το επάγγελμα της πόρνης». Μάλιστα στον Ακροκόρινθο, υπήρχε ο περιβόητος ναός της Αφροδίτης, με τις πάνω από χίλιες ιερόδουλες, που υπηρετούσαν τη θεά, σε μικρούς ευπρόσωπους οικισμούς, γύρω από το ναό και ασκούσαν την «ιερή πορνεία». Ναοί της Αφροδίτης υπήρχαν επίσης στο Λέχαιο και στις Κεγχρεές.

γ) Υπήρχε, έντονος θρησκευτικός συγκρητισμός και λατρεία πολλών θεοτήτων, όπως της Αστάρτης, της Κυβέλης, του Οσίριδος, του Απόλλωνα, του Ερμή, κ.ά., επειδή, στην πόλη συνέρρεαν πλήθη, ετερογενών στοιχείων, από άλλες μακρινές πόλεις, φέρνοντας μαζί τους διάφορες δοξασίες.

δ) Με την κοσμοσυρροή, ο πληθυσμός της ανερχόταν πολλές φορές, στις 400.000 ώς 600.000 και το μεγαλύτερο μέρος του, το αποτελούσαν οι δούλοι και οι επισκέπτες. Στην πόλη, κατά τα χρόνια του Αποστόλου Παύλου, εκτός των άλλων, σημαντική ήταν η εβραϊκή κοινότητα, με συναγωγή. Μέχρι σήμερα, σώζεται στο Μουσείο της Αρχαίας Κορίνθου, μια πλάκα με την επιγραφή «Συναγωγή Εβραίων».

Ο Απόστολος Παύλος, έφτασε στην Κόρινθο, λίγο πριν αρχίσουν οι αγώνες των Ισθμίων. Πολλοί άνθρωποι φτάνανε στην Κόρινθο και είχαν ανάγκη καταλύματος, γεγονός που εξασφάλιζε σημαντική εργασία, στον  Απόστολο Παύλο ως σκηνοποιό, διότι, είχε να προετοιμάσει, σκηνές για τους αθλητές και τον άλλον κόσμο, που θα έρχονταν στην πόλη.

ο Απόστολος Παύλος, στην Κόρινθο ως σκηνοποιός, ίσως έπαιζε σημαντικό ρόλο, στις ναυτιλιακές συναλλαγές, που λάμβαναν χώρα, στα δύο λιμάνια. Καθώς πλησίαζε ο χειμώνας, οι σκηνοποιοί της Κορίνθου, οι οποίοι ήταν επίσης ιστιοποιοί, πνίγονταν στη δουλειά. Εφόσον και τα δύο λιμάνια, ήταν γεμάτα με πλοία, που είχαν αγκυροβολήσει, λόγω του χειμώνα και βιάζονταν, να επισκευαστούν και να ανεφοδιαστούν. Ενόσω οι θάλασσες ήταν κλειστές, οι προμηθευτές των πλοίων, στο Λέχαιο και στις Κεγχρεές, έδιναν δουλειά, σχεδόν, σε οποιονδήποτε μπορούσε, να ράψει ένα κομμάτι ιστίου».

Έτσι, κατά τη δεύτερη περιοδεία του ο Απόστολος Παύλος, βρίσκει στην Κόρινθο, μια ανθηρή, οικονομικά κοινωνία και παραμένει ενάμισι χρόνο στην πόλη, κοντά στους Ακύλα και Πρίσκιλλα. Συνεργαζόμενος ως σκηνοποιός, για τα προς το ζην, αλλά και συγχρόνως κηρύττοντας το ευαγγέλιο, για την ίδρυση της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας στην Κόρινθο.

Την εποχή κείνη, μετέβαινε κανείς στην Κόρινθο, είτε διά ξηράς είτε διά θαλάσσης. Το ταξίδι διά ξηράς, μέσω Ελευσίνας και Μεγάρων ήταν πολύ επίπονο, αλλά και επικίνδυνο, λόγω των ληστών. Συντομότερη, ασφαλέστερη, ανετότερη και γι’ αυτό συνηθέστερη, ήταν ἡ μετάβαση διά θαλάσσης. Πρέπει να υποθέσουμε, ότι αυτόν τον δρόμο, διάλεξε και ὁ Απόστολος Παύλος, για να μεταβεί στην Κόρινθο. Επιβιβάστηκε στο πλοίο στον Πειραιά, πέρασε ανάμεσα από τη Σαλαμίνα και την Αίγινα, ακολουθώντας τη διαδρομή, πού και σήμερα ακολουθούν τα πλοία, όταν πλέουν προς τον Ισθμό. Αποβιβάστηκε, στο ανατολικό επίνειο της Κορίνθου, τίς Κεγχρεές. Μπροστά του εκτείνονταν, όπως και σήμερα, οι αμπελώνες της Κορίνθου.

Έφθασε στην πόλη, βαδίζοντας στην κατάφυτη κοιλάδα των Ἑξαμιλίων. Διέσχισε το ιερό άλσος του Ποσειδῶνα, ανέβηκε ένα ομαλό ύψωμα, διάβηκε τη γέφυρα του ποταμού Λεύκου καί περνώντας από το προάστειο Κράνειον, εισήλθε στην πόλη.

Η πόλη ήταν χτισμένη σε δύο επίπεδα, το ένα από τα οποία βρισκόταν γύρω στα 30 μ., πιο πάνω από το άλλο. Στο κέντρο της πόλης, βρισκόταν η ευρύχωρη αγορά, η οποία, περιβαλλόταν από στοές και δημόσια κτίρια. Υπήρχαν, σειρές καταστημάτων, με πρόσοψη προς την αγορά. Μερικά από τα ερείπια, που έχουν έρθει στο φως, παρέχουν στοιχεία, για την ύπαρξη καταστημάτων, που πουλούσαν κρέας και άλλα τρόφιμα, καθώς και κρασί.

Οι ενδιαφέρουσες δομές, της Κορίνθου, που εντόπισε ο Απόστολος Παύλος, όταν εισήλθε στην πόλη ήταν:

1) Η Αγορά, μια ορθογώνια και πλακόστρωτη περιοχή, διαστάσεων μήκους 180 μ. και πλάτους 90 μ..

α) Στα νότια ήταν η Στοά, δηλαδή ένας επιμήκης χώρος, όπου οι πολίτες, συναθροίζονταν, για φιλοσοφικές συζητήσεις και για  εμπορικές συναλλαγές. Σίγουρα ο Απόστολος Παύλος, θα δίδαξε στο μέρος αυτό και θα αξιοποίησε την ευκαιρία, της συνάθροισης τόσων ανθρώπων.

β) Στο κέντρο προς βορρά ήταν το Βήμα, απ’ όπου αγόρευαν οι ρήτορες, μπροστά στο οποίο ίσως, στάθηκε ο Απόστολος Παύλος, για να απολογηθεί ενώπιον του Γαλλίωνα.

γ) Πέρα από την Αγορά, ήταν ένα Ωδείο για τις μουσικές εκδηλώσεις, καθώς και ένα μεγαλύτερο Θέατρο.

2) Κοντά στην Αγορά, πάνω σ’ ένα χαμηλό ύψωμα, δέσποζε ο περίφημος ναός του Απόλλωνα, από τον οποίο διασώζονται μέχρι σήμερα όρθιες επτά μονολιθικές Δωρικές κολώνες του 550 π.Χ.

3) Ένας άλλος ναός, ήταν ο ναός του Ασκληπιού, με εγκαταστάσεις λουτρών και γευμάτων, για τους αρρώστους, που προσέρχονταν να επικαλεστούν, τη βοήθεια του θεού της ιατρικής.

4) Ο Ακροκόρινθος, η ακρόπολη της Κορίνθου, ένας βράχος ύψους 757 μ. που υψώνεται πλάι στην πόλη. Εκεί βρισκόταν το ιερό της Αφροδίτης, της θεάς του έρωτος και πολλών άλλων ναών, αφιερωμένων σε γυναικείες θεότητες.

Στο κέντρο της αγοράς, η υπαίθρια, υπερυψωμένη εξέδρα αγόρευσης – το Βήμα (rostra), όπως το αποκαλούσαν, το οποίο προεξείχε, από την αναβαθμίδα που χώριζε, το πάνω από το κάτω επίπεδο της αγοράς. Κατασκευασμένο από λευκό και κυανό μάρμαρο και πλούσια διακοσμημένο, με λεπτεπίλεπτα ανάγλυφα. Το Βήμα διέθετε, δύο αίθουσες αναμονής, παραπλεύρως, με ψηφιδωτό δάπεδο και μαρμάρινους πάγκους. Το Βήμα μετατράπηκε, κατά τη βυζαντινή περίοδο σε χριστιανικό ναό.

Το Βήμα πιστεύεται, ότι ήταν η «δικαστική έδρα», όπου οι Ιουδαίοι εχθροί του Χριστιανικού αγγέλματος, ίσως προσήγαγαν τον Απόστολο Παύλο, ενώπιον του Ανθύπατου Γαλλίωνα.

Στα ΒΔ της αγοράς, βρίσκονταν ένα θέατρο και ένα ωδείο, χωρητικότητας περίπου 18.000 και 3.000 ατόμων αντίστοιχα.

Κατά μήκος της οδού Λεχαίου, η οποία προστατευόταν από διπλά τείχη, υπήρχαν πεζοδρόμια, δημόσια κτίρια, ναοί και στοές με καταστήματα. Εδώ ο Απόστολος Παύλος, πρέπει να συναντούσε, πολυάσχολους αγοραστές, αργόσχολους, πολυλογάδες, καταστηματάρχες, δούλους, επιχειρηματίες και άλλους​- κατάλληλο ακροατήριο, για το κήρυγμά του.

Ἡ Κόρινθος ήταν μία μεγαλούπολη 200.000 (χωρίς τους δούλους και τους φιλοξενούμενους) κατοίκων. Λίγο περισσότερους είχε μόνον ἡ Θεσσαλονίκη και ἡ Έφεσος. Η Αλεξάνδρεια και ἡ Αντιόχεια είχαν διπλάσιο πληθυσμό, μισό εκατομμύριο. Η Ρώμη ήταν ἡ μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, ἡ μόνη με πληθυσμό ενός εκατομμυρίου. Σημειωτέο ότι, ὁ πληθυσμός ολοκλήρου του ρωμαϊκού κράτους υπολογίζεται, ότι ήταν τότε 50-60 εκατομμύρια.

Όπως και στην προ της καταστροφής παλαιά Κόρινθο, έτσι και στη νέα πόλη. Ένα σημαντικό μέρος των κατοίκων, ήταν δούλοι, όπως επέβαλλαν, οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής γενικά, και οι εμπορικές και βιομηχανικές ανάγκες, της πόλεως ειδικότερα. Την ίδια εποχή στην Αλεξάνδρεια, οπό τούς 500.000 κατοίκους, οι 200.000 ήταν δούλοι.

Στην Κόρινθο, εκτός των δούλων, μεγάλο ήταν και το πλήθος, των φτωχών, εργατών του λιμανιού και άλλων, πού συνυπήρχαν, φυσικά, με τούς λιγότερο πλουσίους η απλά ευκατάστατους. Η πόλη κατελάμβανε έκταση 6.000 στρεμμάτων. Το μήκος του τείχους έφθανε τα 21 χιλιόμετρα.

Έτσι ἡ Κόρινθος, ήταν ἡ μεγαλύτερη σέ έκταση πόλη της Ελλάδας, πιο μεγάλη από την παλαιά, πού είχε έκταση 3.000-4.000 στρεμμάτων και μήκος τείχους 7 χιλιόμετρα χωρίς την ακρόπολη. Ἡ νέα πόλη είχε 23 ναούς, 5 αγορές, 5 δημόσια λουτρά, 5 στοές με παντός είδους καταστήματα πολυτελείας, 2 βασιλικές, δηλαδή αίθουσες δικαστηρίου, και πολλά θέατρα και αμφιθέατρα και ωδεία.

Την εποχή που βρίσκεται ο Απόστολος Παύλος στην Κόρινθο, γίνονταν οι αγώνες των Ισθμίων. Τελούνταν, κάθε δύο χρόνια και στην περίοδο που μας ενδιαφέρει, τελέστηκαν το 49 και το 51 μ.Χ.

Τα ίσθμια, διαδραματίζονταν, 10 χιλ. έξω από την πόλη της Κορίνθου. Ήταν τρίτα σε σειρά (Ολύμπια, Πύθια, Ίσθμια και Νέμεα) σπουδαιότητας. Λόγω της εξέχουσας γεωγραφικής θέσης, τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα, που συχνά λάμβαναν χώρα και η ανάδειξη μετά το 27 μ.Χ., σε πρωτεύουσα της Αχαΐας. Κατέστησαν στην ουσία τα Ίσθμια, δεύτερα σε συμμετοχή και σημασία, στη σειρά των Πανελληνίων. Το έπαθλο των αγώνων, ήταν ένα στεφάνι αρχικά, από πεύκο και αργότερα από σέλινο μαραμένο, δηλωτικό του ταφικού χαρακτήρα των Ισθμίων. 

Αυτή ήταν ἡ Κόρινθος, όταν την επισκέφθηκε ὁ Απόστολος Παύλος, μετά την πολύ μικρή απήχηση, πού είχε ὁ λόγος του στον Άρειο Πάγο των Ἀθηνῶν.

Ὁ Απόστολος Παύλος, έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στις μεγαλουπόλεις. Γνώριζε ότι όποιος θα « κατακτήσει» την Κόρινθο, κατέχει όλη την Ελλάδα.

Ο Απόστολος Παύλος γνώριζε, ότι αν ὁ Ἰησοῦς, γινόταν γνωστός, στα λιμάνια της Κορίνθου, θα ήταν απλά ζήτημα χρόνου, ἡ διάδοση του κηρύγματός του στα νησιά, με τα οποία είχε επικοινωνία ἡ Κόρινθος. Και θα μεταφερόταν ὁ σπόρος του Ευαγγελίου, στα πέρατα της γης, όπου έφθαναν τα πλοία, πού προσέγγιζαν στα δύο λιμάνια της Κορίνθου.

Στην Αθήνα, είχε επιχειρήσει, να εντυπωσιάσει τούς «σοφούς» Αθηναίους, με καλά προετοιμασμένο λόγο, με αναφορές σέ συγγραφείς και με τσιτάτα, με τορνευμένους λόγους και με ρητορείες.

Αλλά απέτυχε να «εντυπωσιάσει», τούς καυχόμενους για τη σοφία τους Αθηναίους. Έτσι, πήρε το μάθημά του.

Στην Κόρινθο, επέλεξε να μιλήσει κατ’ ευθείαν, για τον σταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό, χωρίς ψιμύθια και περιστροφές.

Ο Απόστολος Παύλος, ήρθε στην Κόρινθο, από την Αθήνα το 50 μ.Χ. και μπήκε στην πόλη, όπως ο ίδιος διηγείται με ανασφάλεια, τρόμο και φόβο. Ήταν μόνος του, γιατί ο Τιμόθεος και ο Σίλας ήρθαν λίγο αργότερα από τη Μακεδονία, για να τον συναντήσουν.

Μεγάλος αριθμός Ιουδαίων, είχε εγκατασταθεί εκεί και είχε ιδρύσει μια συναγωγή, που προσέλκυε και μερικούς Έλληνες.

Εκτός από τους Έλληνες, υπήρχε και ένας αρκετά μεγάλος πυρήνας Ιταλών, που ήταν απόγονοι, των παλιότερων αποίκων.

Η Κόρινθος ήταν μια στρατηγική πόλη, και μεγάλη ευκαιρία, για την εξάπλωση του ευαγγελίου, που ο Απόστολος Παύλος, δεν θα την άφηνε ανεκμετάλλευτη. Ο Απόστολος Παύλος ήξερε, ότι αν κέρδιζε ανθρώπους στον Χριστό, αυτό θα συνέβαλε σημαντικά, στην εξάπλωση, του μηνύματος της σωτηρίας.

Ο Απόστολος Παύλος, σύμφωνα με την πάγια τακτική του, ξεκίνησε το κήρυγμα του ευαγγελίου, από τη συναγωγή της Κορίνθου. Τότε ήταν, που κατέβηκαν από την Μακεδονία ο Σίλας και ο Τιμόθεος και ενώθηκαν, στο έργο με τον Απόστολο Παύλο.

Πιθανόν, εδώ στη συναγωγή, να γνωρίσθηκε ο Απόστολος Παύλος με τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, οι οποίοι ήλθαν προσφάτως, από την Ιταλία, εξαιτίας του διατάγματος, του Νέρωνα, να εγκαταλείψουν τη Ρώμη. Ήλθαν στην Κόρινθο, πριν από την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου. Ο ακριβής χρόνος, αφίξεως του ζεύγους και του Απόστολου Παύλου, στην Κόρινθο, δε μας είναι γνωστός.

Το ζευγάρι, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ήταν χριστιανοί, πριν ακόμα έρθουν στην Κόρινθο και ομόεθνοι Ιουδαίοι, με καταγωγή από τον πόντο. Γρήγορα συνδέθηκαν, ιδιαίτερα με τον Απόστολο Παύλο και δούλεψαν μαζί, ως σκηνοποιοί.

Στο διάστημα αυτό, της παραμονής και συνεργασίας τους στην Κόρινθο, αναπτύχθηκαν υπέροχα αισθήματα και δεσμοί φιλίας, ανάμεσα στον Απόστολο Παύλο και στους Ακύλα και Πρίσκιλλα. Οι δεσμοί φιλίας τους, ήταν τόσο ισχυροί, ώστε βλέπουμε αργότερα, πρόθυμα, το ζευγάρι να αναχωρεί από την Κόρινθο και να τον συνοδεύει προς τη Συρία.

Ο Απόστολος Παύλος κάθε Σάββατο, συζητούσε στη συναγωγή και προσπαθούσε να πείσει, τους Ιουδαίους και τους προσήλυτους, να πιστεύσουν στο Χριστό.

Κάποιοι Ιουδαίοι και προσήλυτοι στην ιουδαϊκή θρησκεία, πιστεύουν στο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Ανάμεσά τους είναι, ο αρχισυνάγωγος Κρίσπος, μαζί με όλη την οικογένειά του, ο Έραστος, αλλά και ο Ιούστος. Ο Ιούστος, σύμφωνα με το όνομά του, πρέπει να ήταν, Ρωμαίος πολίτης και το σπίτι του, ήταν δίπλα από τη συναγωγή.

Ο Απόστολος Παύλος, βρισκόταν κιόλας σε θεόπνευστη πνευματική υπερδιέγερση, καθώς διακήρυττε στους Ιουδαίους, πως ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας.

Οι Ιουδαίοι όμως αντιδρούν στο ευαγγέλιο, το απαρνούνται και ο Απόστολος Παύλος, αποφασίζει να στραφεί στους Εθνικούς. Φεύγοντας από τη συναγωγή, ο Απόστολος Παύλος, χρησιμοποιεί, το σπίτι του Τίτιου Ιούστου, για την ιεραποστολική του δράση και για τις συνάξεις, της εκκλησίας στην Κόρινθο.

Οι Ιουδαίοι όμως, δεν ησυχάζουν, βλέποντας τον Απόστολο Παύλο να κηρύττει και θέλουν οπωσδήποτε, να του δημιουργήσουν πρόβλημα. Με τον ίδιο τρόπο, που δημιούργησαν πρόβλημα οι Ιουδαίοι, στην Θεσσαλονίκη και αργότερα στην Βέροια.

Τον Ιούλιο του 51 μ.Χ. ήρθε στην Κόρινθο ο Lucius Junius Gallio (ΓΑΛΛΙΩΝΑΣ) ως ανθύπατος της Αχαΐας.  

Λίγο μετά την άφιξη του Γαλλίωνα στην Κόρινθο, οι Ιουδαίοι έφεραν τον Απόστολο Παύλο μπροστά του, για να τον δικάσει, με την κατηγορία, ότι ο Απόστολος Παύλος φέρνει, δοξασίες ξένες ή πιθανόν και παράνομες, για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. 

Ο Γαλλίων αρνήθηκε να δικάσει τον Απόστολο Παύλο, με τον ισχυρισμό ότι το θέμα δεν τον αφορούσε, διότι επρόκειτο για μια εσωτερική διαμάχη των Ιουδαίων. 

Αλλ’ οι περισσότεροι Ιουδαίοι, όπως σε άλλες πόλεις, έτσι και στην Κόρινθο, αντιτάσσονται στο κήρυγμα του Απόστολου Παύλου για τον Ιησού Χριστό και εκτρέπονται σε ύβρεις.

Επειδή συνέχισαν να εναντιώνονται και να βλαστημούν, ο Απόστολος Παύλος, τίναξε τη σκόνη από τα ρούχα του, και τους είπε: « Εσάς, θα βαραίνει η ευθύνη του χαμού σας. Εγώ είμαι απαλλαγμένος από κάθε ευθύνη. Από τώρα κι ύστερα θα πάω στους εθνικούς ». Έφυγε,  από κει και πήγε στο σπίτι του Iούστου, ο οποίος σεβόταν το Θεό και του οποίου το σπίτι, γειτόνευε με τη συναγωγή.

Ο Παύλος έλαβε ένα όραμα, το οποίο τον διαβεβαίωσε, ότι στην Κόρινθο υπήρχαν πολλά άτομα, με δίκαιη διάθεση, γι’ αυτό και αφιέρωσε, μεγάλο διάστημα της περιοδείας του, σε αυτό το στρατηγικής σημασίας σταυροδρόμι, Ανατολής και Δύσης.

Ο Θεός, ενισχύει τον Απόστολο Παύλο, μέσα από αυτό το όραμα, που το μήνυμα του ήταν: « Mη φοβάσαι, αλλά κήρυττε και μη σιωπήσεις, γιατί εγώ είμαι μαζί σου και κανένας δε θα μπορέσει, με καμιά επίθεσή του, να σε κακοποιήσει, καθόσον έχω, πολύ λαό δικό μου, σ’ αυτήν την πόλη ». 

Αυτό το μήνυμα, ήταν κρίσιμης σημασίας για το ευαγγέλιο και για τη διακονία, του Απόστολου Παύλου. Τον ενδυνάμωσε και αποφάσισε, να παραμείνει στην Κόρινθο, με μεγαλύτερο ζήλο.

Έτσι, έμεινε στην Κόρινθο ένα έτος κι έξι μήνες, διδάσκοντας ανάμεσά τους, το Λόγο του Θεού.

Πιθανότατα τότε, έγραψε τις δύο επιστολές του, προς τους Θεσσαλονικείς.

Στην Κόρινθο, οι περισσότεροι πιστοί, ήταν εθνικοί και κάποιοι ήταν, από ψηλές κοινωνικές τάξεις, όπως ο Έραστος, που ήταν ο οικονόμος της πόλης. Και μεγάλο πλήθος, από την κατώτερη τάξη, τούς απελεύθερους και τούς δούλους.

Πολλοί από τους Χριστιανούς μαθητές της Κορίνθου είχαν λατινικά ονόματα, όπως Ιούστος, Τέρτιος, Κούαρτος, Γάιος, Κρίσπος, Φορτουνάτος και Αχαϊκός.

Η εκκλησία, καθημερινά αυξάνεται και κραταιώνεται. Ὁ Παύλος την οργανώνει, ώστε να γίνονται τα «πάντα ευσχημόνως και κατά τίνι».

Άλλη αντίδραση των Ιουδαίων, μετά το επεισόδιο αυτό, δεν αναφέρεται. Μικρότερες προστριβές ασφαλώς, θα υπήρξαν, ὁ Απόστολος Παύλος όμως, ήταν συνηθισμένος σέ αυτά. Συνέχισε το διακόνημά του, το οποίο μάλιστα, επεξέτεινε στη γύρω περιοχή, όπως μαρτυρεί ἡ ίδρυση εκκλησίας στις Κεγχρεές, σημαντικό στέλεχος της οποίας ήταν, η διακόνισσα Φοίβη.

Η Γραφή αναφέρει, ότι ο Απόστολος Παύλος, κάποια στιγμή, ζήτησε από τους Χριστιανούς της Ρώμης, να βοηθήσουν μια Χριστιανή, ονόματι Φοίβη, από την εκκλησία η οποία βρίσκεται στις Κεγχρεές.​

 Μετά από ενάμισι έτος, παραμονής στην Κόρινθο, ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα – συνεργάτες του Απόστολου Παύλου, στη σκηνοποιία και συγχριστιανοί του – τον ακολούθησαν. Απέπλευσαν τελικά, από το ανατολικό λιμάνι, το λιμάνι των Κεγχρεών, με προορισμό την Έφεσο στη Μικρά Ασία, διαμέσου του Αιγαίου Πελάγους, στο 52 μ.Χ. Αντίθετα, ο εύγλωττος Απολλώς, συνέχισε τη δράση του Παύλου, ποτίζοντας τους σπόρους, που είχαν σπαρθεί στην Κόρινθο.

Στην Κόρινθο, ιδρύθηκε πολύ ακμαία εκκλησία. Ίσως, η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη απ’ όλες τις εκκλησίες που ίδρυσε ο Παύλος.

Μια μεγάλη εκκλησία, που λόγω του πολιτισμικού της περίγυρου, θα αποδειχτεί, μια δύσκολη εκκλησία, με πολλά προβλήματα.

Λόγω του κλίματος, υλισμού και ανηθικότητας, απειλούνταν η πνευματική ευημερία των Χριστιανών. Οι ακόλουθοι του Ιησού, στην Κόρινθο, χρειάζονταν νουθεσία, για να διατηρήσουν αποδεκτή, την υπόσταση τους, στα μάτια του Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος θα γράψει τουλάχιστον 3-4 επιστολές, προσπαθώντας να λύσει αυτά τα προβλήματα. Μετά από έξι περίπου χρόνια, θα επιστρέψει την Κόρινθο, κατά τη τρίτη ιεραποστολική του περιοδεία, και θα μείνει στο σπίτι του Γάϊου, από όπου και θα γράψει, την προς Ρωμαίους επιστολή.

Ο Παύλος έδειξε βαθύ ενδιαφέρον, για την εκκλησία, που είχε δημιουργήσει στην Κόρινθο, στέλνοντας τον Τίτο εκεί, ως εκπρόσωπό του, δύο φορές και γράφοντας, τις δύο από τις τέσσερεις σωζόμενες βαρυσήμαντες επιστολές του, προς την εκκλησία της Κορίνθου.

Όταν ο Παύλος, ήταν στην Έφεσο, τον επισκέφθηκαν μερικοί χριστιανοί, άνθρωποι της διακόνισσας Χλόης, οι οποίοι του μετέφεραν διάφορα νέα, από την εκκλησία, της Κορίνθου. Μεταξύ των άλλων νέων, του είπαν, ότι στην εκκλησία συμβαίνουν, διχοστασίες και διάφορες ηθικές και κοινωνικές παρεκτροπές. Επί πλέον, και ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, είχε ορισμένες παραγγελίες, για τους πιστούς της Κορίνθου και συνέγραψε την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή.

Βασικό θέμα της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής, ήταν η ενότητα της εκκλησίας, με επεξηγήσεις για τη θεολογία του σταυρού, το ανθρώπινο σώμα και τις σχέσεις, στο επίπεδο του γάμου και της τροφής και την πραγματικότητα της Ανάστασης. Υποδεικνύοντας και μέτρα, για τη διόρθωση της καταστάσεως και απαντώντας στις απορίες τους.

Οι νουθεσίες και υποδείξεις, σύντομα ξεχάσθηκαν και αναγκάστηκε ο Απόστολος Παύλος να επανέλθη, με τη Β` προς Κορινθίους επιστολή, με σκοπό, την επανασύνδεση των πνευματικών σχέσεων του Αποστόλου Παύλου με τους Κορινθίους. Κάποιοι ψευδαπόστολοι, κλόνισαν την εμπιστοσύνη των χριστιανών, στο πρόσωπό του, ως πνευματικού καθοδηγού. Με απώτερο σκοπό βέβαια, να διασαλεύσουν, την πίστη και την αγάπη τους, στο πρόσωπο του Χριστού.

Ο Απόστολος Παύλος, αναγκάζεται να υπερασπισθεί τον εαυτό του και να εξομολογηθεί, τα αισθήματά του, για τους χριστιανούς της Κορίνθου. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε, ότι όλη η επιστολή, είναι μια απολογία του Παύλου, με την οποία αποδεικνύει, το αποστολικό του αξίωμα και την αγάπη του, για τους πιστούς.

Ο Απόστολος Παύλος, καταδίκασε δριμύτατα, την απληστία, την αρπαγή και την ηθική ακαθαρσία, στις επιστολές του προς τους Κορινθίους.

Καθώς διαβάζουμε, αυτές τις θεόπνευστες επιστολές, δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε, την εξαχρειωτική επιρροή, που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Χριστιανοί.​

Ο σημερινός μας κόσμος, είναι παρόμοιος. Φθοροποιές επιρροές, όπως ο υλισμός και η ανηθικότητα, αποτελούν, πνευματική απειλή, για τα θεοφοβούμενα άτομα. Γι’ αυτό, είναι καλό να πάρουμε και εμείς στα σοβαρά, τις θεόπνευστες νουθεσίες, που έδωσε ο Απόστολος Παύλος στους Χριστιανούς της Κορίνθου.

Ύστερα από έξι και πλέον έτη, τον χειμώνα του 57, επισκέπτεται και πάλι την Κόρινθο, ὁ Απόστολος Παύλος. Κατά την τρίτη περιοδεία του, και μένει στο σπίτι του Γαΐου. Από εκεί γράφει την προς Ρωμαίους επιστολή του.  

Κατά την αναχώρησή του, εξυφαίνεται συνωμοσία, κατά της ζωής του, την οποία πληροφορείται ὁ Απόστολος Παύλος και αναγκάζεται, να τροποποιήσει το δρομολόγιό του.

Έγραψε συνολικά 3 ἤ 4 επιστολές, πού έστειλε στους Κορινθίους, από τίς οποίες σώζονται οι δύο.

Στον Ελληνικό χώρο, στον χώρο όπου έδρασε ὁ Απόστολος των Εθνών, Παύλος,  δεν υπάρχει άλλη πόλη, στην οποία να έμεινε τόσο μεγάλο διάστημα. Δεν υπάρχει άλλη πόλη, την οποία να αγάπησε περισσότερο, δεν υπάρχει άλλη πόλη, πού ὁ σπόρος πού έσπειρε, να απέδωσε τόσους καρπούς.

Γι’ αυτό δικαίως, οι σημερινοί Κορίνθιοι, πού έχουμε το ιερό προνόμιο, να κατοικούμε και να δραστηριοποιούμεθα, στα χώματα πού βάδισε, εργάστηκε και πότισε με τον ιδρώτα του, ὁ μέγας Απόστολος Παύλος. Και έχουμε το προνόμιο, να φέρουμε ένα όνομα, πού συνδέθηκε με δύο επιστολές, του Αποστόλου Παύλου, οι οποίες διαβάζονται και διαβάστηκαν από δισεκατομμύρια ανθρώπων, επί δύο χιλιάδες χρόνια.

Με το δίκαιό μας, οι σημερινοί Κορίνθιοι,  καυχόμαστε για την τιμή αυτή, τιμώντας τον παντοιοτρόπως.